29/9/09

Τρινακρία

Ρεύτηκε την τροφή του άλλη μια φορά. Έφτυσε τ’άλεσμα στο χώμα, το κλώτσησε μακριά του, σαν αρρώστια που πρέπει να σκορπίσει για να διαλυθεί…

(Σκόνη… Ότι είχε μέσα το κεφάλι πρώτα έγινε σούπα, μια ωραία παχιά σούπα, θρεπτική, χρήσιμη, με στέρεα όψη. Με επιφάνεια λεία, πετσιασμένη, έτοιμη να βαστάξει τις λογής λογής κατασκευές, πανύψηλες, λυγερές, χωρίς κανένα –τι ντροπή!- βάθος.
Ύστερα κατέβηκε στο στομάχι. Εκεί μικροί, μικρότατοι μύκητες, επίμονοι σα πελάτες, την ρούφηξαν στην δική τους κοιλιά κι εξάτμισαν τα υγρά της, την στέγνωσαν, απολύοντας λάσπη, που κατακάθισε στον πάτο σα ντελβές πηχτός και μαύρος. Στο τέλος ράγισε, ξεκόλλησε απ’ τα τοιχώματα και τώρα, με συχνά αναγουλιάσματα, την φτύνει σε κομμάτια.)


…Με την κλωτσιά διαλύεται. Άλλη απ’ αυτή τη σκόνη χώνετ’ ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, άλλη σηκώνεται στον αέρα και ταξιδεύει πάνω απ’ το νησί. Μα η πιο βαριά, (κι η πιο λίγη), ανακατεύεται με την γη, (που να βρεθεί κι η γη;) κι αν με τα πρωτοβρόχια -ακόμη κι ένα πρωϊνό, μεθυστικό ξαλάφρωμα αρκεί- το χώμα ποτιστεί, ο τόπος θα γεμίσει μ’άχρηστα, παράδοξα λουλούδια.

1 σχόλια:

vasstath είπε...

Το πρώτο πόδι: Η είδηση: Ανακαλύφθηκε «Μέθοδος δια της οποίας» το τυρόγαλα, από απόβλητο της βιομηχανίας γαλακτος μετατράπηκε σε θρεπτικό κέικ επιβίωσης. (Η μέθοδος ήδη κέντρισε το ενδιαφέρον του Αμερικάνικου στρατού.)
Το δεύτερο ποδάρι Η ανάμνηση: Η αμυγδαλίτιδα ενός νεαρού φοιτητή της αρχιτεκτονικής τον αναγκάζει να ξερνά σπυριά συμπαγούς πύου (να το λευκό τυρί), που γινονται κρίκοι για να συνδεθεί η χθεσινή είδηση με την μακρινή ανάμνηση.

Στην δίδυμη πια κατασκευή, μ’αυτόματο τρόπο αναρτάται, σα τρίτο ποδάρι, μια παλιότερη ιστορία, που λέει για κάποιον που αναγκάστηκε να εγχειριστεί, ώστε να τον ανοίξουν στα πνευμόνια και να ξεριζώσουν έναν μικρό ευκάλυπτο, πού’χε ριζώσει στα τοιχώματά του. Είχε ανασάνει, λέει η ιστορία, τον μικρότατο σπόρο, κι αυτός είχε ριζώσει, ρουφώντας υγρασία απ’ την αναπνοή, και βλαστούσε, τρώγοντας απ’ τα σωθικά του.

Αν πέθαινε, σκεφτηκα εγώ, στον τάφο του θα φύτρωνε το δέντρο ενός γενναίου σπόρου, που θα πρόκοβε και θα χρησίμευε, όχι με τους καρπούς μα με την πυκνή, κατάμαυρη σα κατακάθι τούρκικου καφέ, κατακερματισμένη σκιά του.

Προφίλ