Ας πιάσω το γκρέμισμα! Πρώτα τις στέρεες βάσεις, τα θεμέλια. Ωραία! Το σπίτι μοιάζει πια να στέκει τυλιγμένο στον Αιθέρα. Ύστερα το ισόγειο, την είσοδο, τις πόρτες. Τώρα πια δεν υπάρχει δρόμος γι΄αποδράσεις ή εισβολές (παρεκτός, ίσως, απ'αέρα).
Με μια χεριά ξηλώνω τα παράθυρα: τυφλώνομαι. Κανείς δε βλέπει εντός μου! Έμειν’ η ταράτσα, να αιωρείται σαν ιπτάμενο χαλί. Την καβαλάω, πρόλαβα -δες- και φεύγω, σφαίρα.
Τώρα φαντάζομαι το οικόπεδο, κενό, να στέκει χάσκοντας σα κούφιο δόντι, εμπρός μου. Χαλάστρα που θα κάνει, σκέφτομαι κι ηλίθια γελώ, στη μούρη του καινούργιου, του Νέου Κόσμου.

1 σχόλια:
Χαμογελούσα πρωτύτερα, μπροστά στο πινακάκι ενός σχεδίου μου για ένα μικρό κτίριο, στην Δάφνη. Όποιος είν’ εξοικειωμένος με σχέδια κτιρίων, ξέρει πως οι τίτλοι σ'αυτά τα πινακάκια, συνήθως είναι στολισμένοι με την μικρή λεξούλα: νέο. «Νέο κτίριο κατοικιών», «Νέο κτίριο γραφείων» κλπ. Οι μηχανικοί είναι πολύ αισιόδοξο σινάφι φαίνεται, κι ότι στήνουν στα πόδια του, ας είναι το πιο σάπιο, το πιο άθλιο, το πιο βρωμερό, τους φαντάζει, επειδή γεννήθηκε χθες, πως είναι νέο.
Ένα καινούργιο κτίριο λοιπόν, ένα μικρό κτίριο γραφείων (μέσω, μάλλον, της αυθαίρετης διάσπασης της λέξης: καινούργιο - καινό έργο - κενό+εργο), μού’ φερε στο μυαλό εικόνες από κατεδαφίσεις με εκρηκτικά, που παρασύρουν τους ψηλούς ορόφους και το δώμα προς τα κάτω, την εικόνα ενός άτυχου που γλιστρά στο κενό από ύψος τριάντα μέτρων, από ελικόπτερο, σε ατύχημα που ηδονικά αναμετέδιδαν χθες οι τηλεοράσεις (κι από πίσω κρυμένη η σκέψη πως ο άνθρωπος, "ατυχώς", δεν πετά, κι ακόμη πιο πέρα τα όνειρα πτήσης )τον ορισμό του έργου: W=F*Δx και τον τύπο του έργου της βαρύτητας, που προσπαθούσα να χώσω στο κεφάλι ενός απ’ τα παιδιά μου κι ένα ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη που διάβασα στην Ελευθεροτυπία ( Το σκάκι), όπου δήθεν γκρεμίζεται, μέσω της ήττας, μια παρτίδα. Από το ποίημα, καθώς είν’ εγκρίτου ποιητή, έκλεψα: την δομή, τις έννοιες της τυφλότητας, των ανεκπλήρωτων ονείρων και της στερεότητας.
Να και το ποίημα του Μ Αναγνωστάκη:
ΣΚΑΚΙ
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω την βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα, τόσους στρατιώτες τι τους θέλω:
(Τραβάνε μπρος τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τα’ άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η πατρίδα.
Δημοσίευση σχολίου