Με τη μούρη πασαλειμμένη από σάλτσες και το κεφάλι μόλις βγαλμένο απ’ το καζάνι, χαμογελώ ηλιθίως.
Αναμαλλιασμένος, ξαναμμένος, ερεθισμένος, με τα χείλη πρησμένα απ’ της γλώσσας το σούρσιμο πάνω τους, με την γεύση μου στομωμένη απ’ το σουβάντισμα των τροφών -ξαπλωτός- ψέλνω, δοξολογώ και ξερνάω (ο γελοίος).
Γύρω μαζεύτηκαν ζούδια, σκουλήκια και μέρμηγκες, περιμένοντας πως και πως. Να θυμηθώ, μου ζητούν, να κρατήσω το στόμα ανοιχτό, όταν φτάσει η στιγμή -και δεν βιάζονται- που ψοφάω (αισίως).

1 σχόλια:
Με πολλές, δυστυχώς, αναγνώσεις.
Δημοσίευση σχολίου