Στέκομαι στον έκτο, τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας των παιδικών μου χρόνων, στο πατρικό μου σπίτι, έξω στο μακρόστενο περιμετρικό μπαλκόνι και βιγλίζω. Προβάλω το στήθος μου -στήθος όρνιθας- και στην πλάτη αποκάμουν τα δυό μου φτερά. Η πόλη, πέρα απ’ το δάπεδο οπού πατώ, απλώνεται μπροστά μου, έτοιμη, (τι μαλάκας ποιητής), να της δοθώ. Ο ουρανός, φορτωμένος με περίεργα σύννεφα σκόνης, είναι γεμάτος χρώματα. Με τα ίδια χρώματα είναι βαμμένο το ανάγλυφο των δωμάτων . Σε μια ορισμένη διεύθυνση, οι ηλιακοί γυαλίζουν και μου βγάζουν το μάτι. Ακίζομαι τότε, δίνω στα πόδια μου μια και, με τα πατίνια μου, κάνω έναν ακόμη γύρο -γύρο τρένου παιδικού- στο μπαλκόνι. Περνάω μπροστά απ’ τα δωμάτια του σπιτιού. Μοιάζουν με διαφορετικές σκηνές θεάτρου. Οι μπαλκονόπορτες θυμίζουν οφθαλμούς, τα τζαμιλίκια με το γυάλινο του ματιού, τα σκούρα, μαύρα βλέφαρα, που τον βολβό σκεπάζουν. Περνώ μπροστά απ’ το κάθε άνοιγμα και σταματώ. Ξεκινούν, εντός μου ξεκινούν, να παίζουν οι σκηνές. Κι εγώ, δήθεν αδιάφορος, τις κρυφοκοιτάζω.

1 σχόλια:
Απ’ τα όνειρα πτησης, μπορώ να μεταφέρω μόνο αισθήσεις. Όστρακα τους φυλώ εντός μου, ως παρηγορίες, ως μικρές καλλονές, που, κατά βούληση, αρπάζω απ’ τα μαλλιά, ανασύρω μέχρι το στόμιο του πεπτικου μου σωλήνα κι αναδεύω, συγκρατώντας τις με τα δόντια, ωσότου με την γλύκα τους να μουδιάσουν τα τοιχώματα του στοματος, του διαφράγματος και της κάτω κοιλιάς.
Το ζήτημα των ημερών δεν είναι οι αποδράσεις αυτές καθαυτές. Είναι η πανομοιότητά τους. Δεν το δέχομαι. Κάθε πτήση, όπως κάθε άλλη ερωτική πράξη, δεμένη στην κλωστή του χρόνου, είναι για τον μετέχοντα, πως αλλιώς να τον πω,ας είναι και δραπέτης, διαφορετική.
Να ένα κλασσικό όνειρο πτήσης: Πετώ, πλανάρω σε μεγάλα μήκη, διχως προσπάθεια, δίχως κόπο, περνώ, αυτό θυμάμαι πιο καλά, κάτω από σύρματα της ΔΕΗ, βουτώ κι ανασηκώνομαι, σα να’μαι βυθισμένος σ’ομοιότροπο γενετικό υγρό. Η σπονδυλική στήλη κάμπτεται κι αδειάζει, κι εγώ, με κινήσεις που θυμίζουν πατινέρ, διανύω, εκμηδενίζω αποστάσεις. Κι είναι, αισθάνομαι χωρις να θυμάμαι, κάθεμια από τις διαδρομές, καινούργια, διαφορετική.
Όμως, στο όνειρο πτήσης που σας κρέμασα στην βιτρίνα, δεν πετώ. Στέκομαι, ξεκουράζομαι, μόλις μπήκα στο κλουβί. Στα σύρματά του, με το ράμφος πιάνομαι και σας κάνω τούμπες. Κι ο παπαγάλος μέσα μου βλέπει τα χρώματα του πέλους του να μαδούν, στον ένα πήδο λέει: κοιτάχτε με γελώ, στον άλλο πιάνει πάλι να φοβάται. (κι ακουγεται ως αντίλαλος η ατάκα: να θυμάται…)
Δημοσίευση σχολίου